Αύξηση της έμφυλης βίας εναντίον γυναικών προσφύγων και μεταναστριών εν μέσω COVID-19

Καταθλιπτική γυναίκα πίσω από συρματόπλεγμα

Αύξηση της έμφυλης βίας εναντίον γυναικών προσφύγων και μεταναστριών εν μέσω COVID-19

Καταθλιπτική γυναίκα πίσω από συρματόπλεγμα

Κατακόρυφη αύξηση των καταγγελιών για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, με παράλληλη έξαρση της έμφυλης βίας εναντίον γυναικών προσφύγων και μεταναστριών, καταγράφηκε στη διάρκεια της «καραντίνας» λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, όπως επισημάνθηκε στη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα την έμφυλη βία κατά προσφύγων και μεταναστριών, την οποία διοργάνωσε το ΚΜΟΠ – Κέντρο Κοινωνικής Δράσης και Καινοτομίας την Τετάρτη 10 Ιουνίου.

Στόχος της συζήτησης ήταν η ανάδειξη των προκλήσεων, των δυσκολιών και των καλών πρακτικών όσον αφορά στη διαχείριση περιστατικών έμφυλης βίας εναντίον γυναικών με προσφυγικό και μεταναστευτικό υπόβαθρο στη διάρκεια της καραντίνας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Μαρία Συρεγγέλα, Γενική Γραμματέας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900 έλαβε συνολικά 1790 κλήσεις για ενδοοικογενειακή βία μέσα σε έναν μήνα καραντίνας.

«Η Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων εν μέσω πανδημίας χρειάστηκε να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας άμεσα, με αποτελεσματικότητα και σε άμεση συνεργασία με την Κοινωνία των Πολιτών. Όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές, η έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία δεν έχει όρια στις χώρες, στις κουλτούρες ή στις εθνικότητες. Μας αφορά όλες και όλους και οφείλουμε να γίνουμε όλοι και όλες κοινωνοί της προσπάθειας καταπολέμησης αυτού του φαινομένου», ανέφερε η κ. Συρεγγέλα.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία, που παρουσιάστηκαν στη συζήτηση, προκύπτει ότι οι περισσότερες γυναίκες – θύματα έμφυλης βίας αν και εκμυστηρεύονται στους ειδικούς περιστατικά που έχουν βιώσει, δεν προχωρούν τελικά σε καταγγελία στην αστυνομία ή επίσημη αναφορά στις αρμόδιες αρχές για διάφορους λόγους.

Ειδικά για τις γυναίκες πρόσφυγες και μετανάστριες, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά στην πρόσβασή τους σε υπηρεσίες υποστήριξης, όπως νοσοκομεία και ξενώνες φιλοξενίας, καθώς δεν υπάρχουν επαρκείς θέσεις ιδίως σε ξενώνες της Αθήνας. Ως αποτέλεσμα, πολλές γυναίκες παραπέμπονται σε ξενώνες επαρχιακών πόλεων, όπου συχνά υπάρχει δυσκολία στο κομμάτι της επικοινωνίας λόγω έλλειψης διερμηνείας στις εν λόγω δομές.

Στο πλαίσιο αυτό, επισημάνθηκε η ανάγκη ύπαρξης πολιτισμικών διαμεσολαβητών σε όλους τους οργανισμούς που ασχολούνται με μετανάστριες και πρόσφυγες – θύματα έμφυλης βίας, προκειμένου να μπορούν να προσφέρουν στήριξη σε όλες τις γυναίκες ανεξαρτήτως εθνικότητας, καθώς και εντατικότερης συνεργασίας μεταξύ των φορέων που ασχολούνται με το θέμα.

Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης η Γεωργία Χατζηιωαννίδου, Συντονίστρια Ψυχοκοινωνικής Υπηρεσίας Αθήνας του Διοτίμα – Κέντρου Γυναικείων Μελετών και Ερευνών, η Τατιάνα Παπαναστασίου, Protection Associate της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), και η Ελένη Χρονοπούλου, Κοινωνική Λειτουργός από το Δίκτυο Μέλισσα, ενώ η Αν. Προϊσταμένη Διεύθυνσης Κοινωνικής Προστασίας και Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της Γ.Γ. Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, Αγγελική Παπάζογλου, απάντησε σε ερωτήματα σχετικά με τους ξενώνες φιλοξενίας, τις απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις για την είσοδο των γυναικών σε αυτούς καθώς και για τη διαδικασία εγγραφής των παιδιών προσφύγων στα σχολεία. Τον συντονισμό της συζήτησης είχε η δικηγόρος Ευδοκία Κουβαρά, συνεργάτιδα έργου BASE.

Η συζήτηση διεξήχθη στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου BASE – “Migrant and refugee child-friendly support services in cases of sexual and gender-based violence”, το οποίο χρηματοδοτείται από το Πρόγραμμα «Δικαιώματα, Ισότητα και Ιθαγένεια» (REC) της Ε.Ε. Το έργο επιχειρεί να συμβάλει στην ενίσχυση των υπηρεσιών υποστήριξης και διαχείρισης περιστατικών σεξουαλικής και έμφυλης βίας, μέσω της ενδυνάμωσης των μεταναστριών/προσφύγων ώστε να δρουν ως διαπολιτισμικοί διαμεσολαβητές, αλλά και της ενίσχυσης των δυνατοτήτων των επαγγελματιών να επικοινωνούν με τα θύματα και να κατανοούν τις κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους. Το έργο υλοποιείται στην Ελλάδα, την Αυστρία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Ιταλία, την Πορτογαλία, τη Σλοβενία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Περισσότερες πληροφορίες για το έργο BASE μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ!

Γράψτε ένα σχόλιο
ή ζητήστε βοήθεια.